Του Νικüλα ΣεβαστÜκη απü την ΑΥΓΗ της 16/12/2012
Πολλοß Üνθρωποι παγþνουν αυτÞ τη στιγμÞ. Στο πανεπιστÞμιο η θÝρμανση εßναι εßδος εν ανεπαρκεßα. Στις πολυκατοικßες οι συνελεýσεις αρχßζουν να θυμßζουν τις μÜχες του προûπολογισμοý Þ του Μεσοπρüθεσμου στο Κοινοβοýλιο. ¶λλοι Ýχουν αγριÝψει, Üλλοι διατηροýν μια αμÞχανη αξιοπρÝπεια και υπÜρχουν κι οι εξαφανισμÝνοι. Για üλο και περισσüτερους πÜντως η ζωÞ Ýχει γßνει κανονικü βιβλßο εσüδων και εξüδων. Ακüμα και για κεßνους που κατ’ ευφημισμü ανÞκουν þς σÞμερα στη «μεσαßα τÜξη».
Αναγνωρßζοντας αυτÝς τις εμπειρßες καταλαβαßνει κανεßς καλýτερα üτι υπÜρχει Ýνα ηθικü πρüβλημα που καμιÜ σχÝση δεν Ýχει με üσα λÝνε οι διαφημιστÝς της ανüρθωσης διÜ της ολοκλÞρωσης των «δημιουργικþν (μας) καταστροφþν». Γιατß το üτι πολλοß Üνθρωποι παγþνουν δεν Ýχει τßποτα το δημιουργικü. Το να μην μπορεßς να ψωνßσεις Ýνα δþρο της ανθρωπιÜς για τους δικοýς σου, για τους οικεßους, δεν συνιστÜ υπÝρβαση του 'κακοý ευδαιμονισμοý' των 'πελατειακþν εποχþν'. Στην πτþση των ανθρþπων, τα λüγια των τιμητþν ηθικολüγων ακοýγονται σαν τους απολογισμοýς των σοβιετικþν αξιωματοýχων για τα πεντÜχρονα πλÜνα.
ΜÝνω σε μια λαúκÞ περιοχÞ της Θεσσαλονßκης, χαμηλÜ στις ΣυκιÝς. Εδþ οι ¸λληνες μικροαστοß συνυπÜρχουν με ανθρþπους που μιλοýν ρωσικÜ και γεωργιανÜ, με Βοýλγαρους που ασκοýν το επÜγγελμα του ρακοσυλλÝκτη. ΜοιρÜζομαι κÜθε πρωß τα βλÝμματÜ τους και κÜποιες νýχτες ακοýω τους καβγÜδες και τις μουσικÝς τους. Κατεβαßνοντας στο κÝντρο, εκεß γýρω στην ΤσιμισκÞ Þ στην Παýλου ΜελÜ, η εικüνα ξεγελÜει: εδþ ο επισκÝπτης Ýχει τη δυνατüτητα να δει αυτü που θα επιβεβαιþσει το στερεüτυπο της χþρας που Ýχει ακüμα ‘λßπος’. ΠαρÝες μεσηλßκων με πουρÜκια και ωραßα καστüρινα μπουφÜν, κυρßες που πßνουν τον εσπρÝσσο τους, τριαντÜρηδες με καφÝ Μοντγκüμερι... Πρüσωπα που θυμßζουν τις περιγραφÝς των free press για τις üψεις Βερολßνου Þ τις γωνιÝς Λονδßνου στις γειτονιÝς με τα ντελικατÝσεν και την καινοτομßα να ρÝει απü παντοý, Ýτοιμη να προσφÝρει εισοδÞματα και ελευθερßα σε αυτüν που «ψÜχνει τις ευκαιρßες».
Ο συσχετισμüς ωστüσο Ýχει αλλÜξει. ΑλλÜζει μÞνα τον μÞνα. Και αυτü φαßνεται διÜ γυμνοý οφθαλμοý. Αν παρ' üλα αυτÜ το μÜτι εκπαιδευτεß στην κοινωνικÞ αφασßα, η πραγματικüτητα συρρικνþνεται στη ζþνη του ‘λßπους’ και στους αντßστοιχους ανθρωπüτυπους. Μπορεßς να προβÜλεις μπροστÜ σου τον κüσμο σαν μια αüριστη καταναλωτικÞ κραιπÜλη και, κλεßνοντας τα μÜτια, να συνταχτεßς με την «ευρωπαúκÞ ΕλλÜδα», κÜπου ανÜμεσα στον ΣαμαρÜ και στην ΡΙΚΣΣΥ.
¼τι και αν επιλÝξεις πÜντως, η αλÞθεια εßναι üτι πολλοß Üνθρωποι παγþνουν αυτüν τον καιρü. Το θÝμα εßναι να μην αισθανθοýν πως το μüνο που μπορεß να τους θερμÜνει, το μüνο ικανü να γλυκÜνει την Þττα τους εßναι ο φασισμüς...