|
Της MαριÜννας TζιαντζÞ απü την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 23/10/2011
«Αν πεθÜνει ο παπποýς, τη βÜψαμε», λÝει με απελπισßα μια μεσüκοπη κυρßα. Δεν εννοεß üτι üλη η οικογÝνεια θα βυθιστεß στο πÝνθος, αλλÜ üτι θα χαθεß η μοναδικÞ πηγÞ εισοδÞματος, αφοý σε αρκετÝς περιπτþσεις μßα (1) σýνταξη καλýπτει τουλÜχιστον τα Ýξοδα της διατροφÞς μιας οικογÝνειας με δýο Þ περισσüτερους ανÝργους.
Ενα κýμα στοργÞς πλημμυρßζει πολλÜ ελληνικÜ σπßτια και το αντικεßμενü της εßναι ο/η συνταξιοýχος της οικογÝνειας, η γερασμÝνη χρυσοτüκος üρνιθα που, πÜση θυσßα, πρÝπει να ζÞσει για να ζÞσουμε κι εμεßς. Μπορεß ο παπποýς Þ η ηλικιωμÝνη μητÝρα να εßναι ανÞμποροι, ακüμα και κατÜκοιτοι, üμως η σýνταξη, μÞνας μπαßνει μÞνας βγαßνει, τρÝχει, Ýστω και ψαλιδισμÝνη. Εßναι τερÜστια η διαφορÜ ανÜμεσα στο «κÜτι» και στο τßποτα.
ΠÝρασε ο καιρüς που πολλοß πÜρκαραν τους γÝροντες γονεßς σε κÜποιον οßκο ευγηρßας Þ Ýπαιρναν μια «γυναßκα» (ο üρος «κυρßα» χρησιμοποιεßται σπÜνια) απü τη Γεωργßα Þ τη Βουλγαρßα για να τον προσÝχει. Τþρα τα γηροκομεßα αδειÜζουν, τουλÜχιστον αυτü λÝνε οι φÞμες που δεν μποροýν να διασταυρωθοýν, αφοý καμßα επιχεßρηση δεν παραδÝχεται üτι Ýχει αναδουλειÝς, ενþ πολλÜ þριμα τÝκνα συνταξιοýχων αναγκÜζονται να σουτÜρουν την αλλοδαπÞ γηροκüμο / οικιακÞ βοηθü και να αναλÜβουν αυτοπροσþπως τη φροντßδα Þ μÜλλον τη συντÞρηση του ηλικιωμÝνου.
Να λοιπüν που η κρßση μÜς φÝρνει πιο κοντÜ και ßσως αυτü να εν
νοοýν εκεßνοι που υποστηρßζουν üτι το Mνημüνιο δεν εßναι συμφορÜ, αλλÜ μια ευκαιρßα να αλλÜξουμε, να ξεπερÜσουμε τον κακü εαυτü μας. Δεν χρειαζüμαστε «Ýναν εργαζüμενο ανÜ οικογÝνεια», σýμφωνα με το üραμα του κ. πρωθυπουργοý, αλλÜ Ýνα συνταξιοýχο ανÜ οικογÝνεια.
ΣχÝσεις στοργÞς Þ σχÝσεις ανÜγκης; Οι στατιστικÝς δεßχνουν üτι σε περιüδους κρßσης τα διαζýγια μειþνονται, καθþς τα ζευγÜρια συγκατοικοýν γιατß δεν μποροýν να κÜνουν αλλιþς και üχι γιατß δεν μπορεß να ζÞσει ο Ýνας χωρßς τον Üλλον. Το ßδιο ισχýει και για τους þριμους γιους Þ κüρες που επιστρÝφουν στο πατρικü τους, üπου εßτε ξαναβρßσκουν το εφηβικü τους δωμÜτιο εßτε βολεýονται σε Ýναν καναπÝ-κρεβÜτι στο καθιστικü.
Ομως, τα κλειδιÜ της βασιλεßας τα κρατÜει ο συνταξιοýχος. Δεν πρÝπει να τον κακοκαρδßζουμε, αλλÜ οýτε και να υποκýπτουμε σε εκεßνες τις επιθυμßες του που μπορεß να θÝσουν σε κßνδυνο την υγεßα του. (Οχι, μαμÜ, δεν θα φας παγωτü!) ΣυχνÜ στα χρüνια της ΚατοχÞς, οι οικογÝνειες δεν δÞλωναν τον θÜνατο κÜποιου μÝλους τους, το Ýθαβαν κρυφÜ μüνο και μüνο να μη στερηθοýν το πολýτιμο δελτßο τροφßμων. Οι πεθαμÝνοι Ýτρεφαν τους ζωντανοýς, üμως τþρα τους τρÝφουν κÜποιοι που βρßσκονται στο κατþφλι του θανÜτου. Ενþ η ανεργßα γενικÜ μειþνει το προσδüκιμο επιβßωσης, η κρßση ßσως εξασφαλßσει τη μακροζωßα, τουλÜχιστον για ορισμÝνες κατηγορßες ηλικιωμÝνων, διαψεýδοντας την κωμωδßα «ΠÝτα τη μαμÜ απü το τρÝνο».
Ασφαλþς, δεν γßναμε μια κοινωνßα που ζει απü το αßμα των γερüντων, ενþ παρατηρεßται και το αντßθετο φαινüμενο, δηλαδÞ των παιδιþν που βοηθοýν οικονομικÜ τους γονεßς τους, καθþς η σýνταξη των δεýτερων δεν επαρκεß για μια αξιοπρεπÞ ζωÞ. Επßσης δεν γßναμε μια κοινωνßα τρωκτικþν, καθþς το Üρμεγμα της σýνταξης μπορεß να συνυπÜρχει με γνÞσια αισθÞματα αγÜπης για τον τροφοδüτη.
Ολα δοκιμÜζονται στις μυλüπετρες της κρßσης. Η ανιδιοτÝλεια και η αλληλεγγýη, η καρτερßα, η λýσσα για επιβßωση, η αυτο-επιβεβαßωση («το Ýλεγα εγþ!»), ο αυτοσεβασμüς, η περηφÜνια. Ο Ýρωτας, η οικογÝνεια, η φιλßα δεν εξαιροýνται. Το πüσο θα αντÝξουμε, το πþς θα σταθοýμε δεν εξαρτÜται μüνο απü τα ατομικÜ ψυχικÜ και ηθικÜ μας αποθÝματα, αλλÜ και απü τον Üνεμο που φυσÜει γýρω μας.
|