Ç ÔÁÕÔÏÔÇÔÁ ÌÁÓ | ÓÕÍÔÏÌÅÓ ÅÉÄÇÓÅÉÓ | ÁÍÁÊÏÉÍÙÓÅÉÓ - ÅÖÇÌÅÑÉÄÁ | ÅÃÊÏËÐÉÏ | Ó×ÅÔÉÊÁ LINKS | ÅÐÉÊÏÉÍÙÍÉÁ






Óýíôïìåò ÅéäÞóåéò  
Ðßóù óôá Óýíôïìåò ÅéäÞóåéò  

   Rage, rage against the dying of the light


 

Rage, rage against the dying of the light

Του Νßκου Γ. ΞυδÜκη απü την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 18/12/2011

Υγρüς και κρýος Üνεμος ρÜπιζε το πρüσωπο στη λεωφüρο, Ýσπρωξε δÜκρυα στα μÜτια και τα δÜκρυα κρυστÜλλωσαν και διαθλοýσαν φþτα, φþτα λευκÜ και κüκκινα, φþτα πρÜσινα, κßτρινα, χρυσÜ, φανοß πορεßας, φλας, και φþτα-στολßδια που πÜσχιζαν να δþσουν χρþμα εορταστικü στον παγωμÝνο δρüμο, στη μουδιασμÝνη πüλη, στους κατηφεßς ανθρþπους. ΠÜλευαν τα φþτα να σχßσουν το υγρü σκοτÜδι, να αραιþσουν την πυκνÞ θλßψη που τýλιγε την πüλη, πÜλευαν σιωπηλÜ, üπως κÜθε χρüνο, μα τþρα διαφορετικÜ.

Τα Χριστοýγεννα εßναι τα φþτα τους, εßναι αστÝρια, καμπÜνες και γιρλÜντες, στÝφουν τους δρüμους, αναστατþνουν πλατεßες, τυλßγονται σε δÝντρα, αναβοσβÞνουν μουσικÜ σε οικιακÜ μπαλκüνια, σημαßνουν κρυφÝς χαρÝς πßσω απü γερτÝς κουρτßνες. ΒλÝπεις τα φþτα στις βερÜντες και ακοýς παλμοýς ενοßκων, αφουγκρÜζεσαι ψυχÝς απüντων και κεκοιμημÝνων, που 'ρχονται φωτεινÝς και πεταρßζουν γýρω απü κÜγκελα και γλÜστρες φυλλοβüλες, χτυποýν ανεπαισθÞτως τον υαλοπßνακα, χνωτßζουν φευγαλÝα, τüσο που να τις δουν μÜτια παιδιοý, σκορποýν μνÞμη χρυσüσκονη και παßρνουν στεναγμοýς. Τα σπßτια, η πüλη, οι Üνθρωποι εßναι τα φþτα τους.

ΦÝτος εßναι λßγα. Κι Üργησαν. Τα μπαλκüνια στÝκουνε βουβÜ, χωρßς σφυγμü, τι να μαντÝψεις; Χωρßς δÝντρα. Με μαδημÝνες γλÜστρες του ΔεκÝμβρη. ΠολλÝς αναχωρÞσεις, παλικÜρια, γÝροντες, μεσÞλικοι, θα πεταρßζουν ολοχεßμωνα χλωμÝς φωτßτσες να συντροφεýουν και να παρηγοροýν. Να σχßζουν τη σκιÜ.

«Do not go gentle into that good night. / Rage, rage against the dying of the light.» Ο Ντýλαν Τüμας φωτßζει τις νýχτες μας, η βιβλικÞ φωνÞ του Ýρχεται απü το 1953 σ' Ýνα μικρüφωνο του BBC: «Αβρüς μην πας στην νýχτα την καλÞ. / ΟργÞ, οργÞ για του φωτüς την εκπνοÞ» (μτφρ. Νßκος ΡÜπτης). Σαν οιακισμüς κεραυνοý Ýρχεται ο ποιητÞς, αιφνßδιος, συνταρακτικüς, με γρÜμμα φßλου, με μια σελßδα του Δικτýου, και καλεß τον πατÝρα να μεßνει εν οργÞ κüντρα στο σβÞσιμο, να μη χαθεß αβρüς, να φýγει μαινüμενος και üρθιος. Δþσ' μας κουρÜγιο, ποιητÞ, δþσε φωνÞ στη νýχτα:

Ανθρωποι τρομεροß, πÜνω στη φλογερÞ του ορμÞ
Τον Ηλιο αδρÜξαν και τον τραγουδÞσαν,
Ομως καθþς αυτüς τον ουρανü διασχßζει
ΜÜθαν, αργÜ πολý, πως θλßψη τον γιομßσαν,
Αβροß δεν παν στην νýχτα την καλÞ.

Ανθρωποι σκοτεινοß, κοντÜ στο μνÞμα,
Με θαμπωμÝνη üραση βλÝπουν και αυτοß
ΜÜτια θαμπÜ που θα μποροýσαν να εßναι
üλο χαρÜ, μετεωρßτες φλογεροß,
ΟργÞ, οργÞ για του φωτüς την εκπνοÞ.

Κ' εσý πατÝρα, απ' το θλιμμÝνο ýψος, απü κει,
Δþσ' μου κατÜρα και ευχÞ
με των δακρýων σου την ορμÞ.
Αβρüς μην πας στην νýχτα την καλÞ,
ΟργÞ, οργÞ για του φωτüς την εκπνοÞ.

Αβρüς μην πας στην νýχτα την καλÞ,
Το γÝρασμα, με το κλεßσιμο της μÝρας
πρÝπει να καßει και να μουγκρßζει.
ΟργÞ, οργÞ για του φωτüς την εκπνοÞ.

ΔιαπλÝεις την πüλη με μια σιγαλÞ μοτοσικλÝτα, λοýζεσαι φþτα, ακοýς φωνÝς ζþντων και νεκρþν, üλοι εßναι παρüντες τοýτη τη νýχτα, ο πατÝρας του Ντýλαν Τüμας, ο πατÝρας του ΓκανÜ σαν τον δικü μου (Υπνε που παßρνεις τα παιδιÜ / πÜρε και τον πατÝρα· απ' τις μασχÜλες πιÜσ' τονε / σα νÜ 'ταν λαβωμÝνος. Οπου πηγαßνεις τα παιδιÜ / εκεß περπÜτησÝ τον, με το βαρý αμπÝχωνο / στις πλÜτες του ν' αχνßζει), ο Διüνυσος-Αδης παραστÜτης του Σικελιανοý, διαλýουν το ζüφο, τινÜζουν τη θλßψη απ' τις καρδιÝς, φωτßζουν τα βαριÜ Χριστοýγεννα του 2011, θα τα θυμüμαστε τοýτα τα Χριστοýγεννα πÜντα, σαν φþτα απ' τα μελλοýμενα.

«Ω Διüνυσε-Αδη, θεßε μας παραστÜτη·
συγκρÜτα τις καρδιÝς μας με το μαýρο
του πüνου σου κρασß· δυνÜμωνÝ τις·
προφýλαξÝ τις Üγγιχτες, για κεßνη
την þρα, π' αναπÜντεχα η κραυγÞ σου,
πιο απü σεισμοý βοÞ, θα μας σηκþσει,
με τους νεκροýς μαζß, στο θεßο γιουροýσι!»


[Áñ÷éêÞ Óåëßäá] [Ôáõôüôçôá] [Áíáêïéíþóåéò - Åöçìåñßäá] [Åãêüëðéï] [Ó÷åôéêÜ Links] [Åðéêïéíùíßá]


ÐáñÝìâáóç
© copyright 2003